Κάθε μέρα οι σκηνοθέτες που διαγωνίζονται στο Φεστιβάλ Δράμας δίνουν ραντεβού με το κοινό (θεατές, επαγγελματίες της οπτικοακουστικής βιομηχανίας, δημοσιογράφους) για να μιλήσουν για την ταινία τους που έχει προβληθεί το προηγούμενο βράδυ και να απαντήσουν σε ερωτήσεις, στο πιο φρέσκο και πολυαναμενόμενο ραντεβού του φεστιβάλ που επιμελείται ο δημοσιογράφος Δημήτρης Πάντσος.

Να τι είπαν στο κοινό του Φεστιβάλ για την δουλειά τους, σήμερα Παρασκευή:

*Βαθύκοφτο (Ιωάννα Κρυωνά)

Παρούσες στο q&a ήταν η παραγωγός Ιωάννα Πετειναράκη, η ηθοποιός Κατερίνα Ζησούδη και η μουσικός Μαριλένα Ορφανού.

«Η ταινία γυρίστηκε εκτός έδρας, γεγονός που δυσκόλεψε την οργάνωση της παραγωγής, ιδιαίτερα λόγω covid, καθώς άλλαζαν συνεχώς τα μέτρα» εξήγησε η κ.Πετειναράκη, ενώ η Κ.Ζησούδη είπε πως η μεγαλύτερη δυσκολία που αντιμετώπισε ως ηθοποιός «ήταν οι διάλογοι, λόγω του ιδιαίτερου χαρακτήρα τους. Μέσα από την διαδικασία αυτή γίναμε τελικά φίλες με τη συμπρωταγωνίστριά μου, την Ηρώ Μπέζου. Η ταινία έχει μια κλιμακούμενη ένταση, υπάρχει μια διαφωνία μεταξύ των δύο κοριτσιών για το τί σημαίνει «βαθύκοφτο» η οποία καταλήγει σε έναν καβγά με την Ηρώ –και βλέποντας χθες την ταινία σκέφτηκα πως εγώ προσωπικά τέτοιους τσακωμούς ρίχνω μόνο με την αδερφή μου. Στο τέλος της ταινίας υπάρχει και μια δεύτερη έκρηξη για να έρθουν τελικά στη θέση τους τα πράγματα…».


*Sea you (Γιάννης Βασιλώττος)

«Κάναμε την ταινία μαζί με τον Γιώργο Ημέρη, και ήταν η πρώτη μας σκηνοθετική απόπειρα. Ξεκινήσαμε μαζί από τη σχολή, κάναμε μια μουσικοθεατρική παράσταση, παντού μαζί. Αλλά δεν γνωρίζαμε πώς γράφεται ένα σενάριο, πώς στήνεται μια παραγωγή. Στην πορεία γράψαμε τελικά και το τραγούδι της ταινίας». Ο Γιώργος Ημέρης πρόσθεσε πως «η θάλασσα είναι ένας χαρακτήρας της ταινίας αυτής. Και η κοπέλα της ταινίας δρα όπως δρα, λόγω χαρακτήρα –κι ακριβώς όπως συμβαίνει με τη θάλασσα, δεν φταίει αυτή που είναι φουρτουνιασμένη… Το Sea you βασίζεται σε ένα πραγματικό βίωμα».


*A summer place (Αλεξάνδρα Ματθαίου)

«Έκανα μια ταινία για την μετεξέλιξη της πόλης στην οποία μεγάλωσα, της Λεμεσού. Δείχνω τη μεταμόρφωσή της –υπάρχει μια τάση να γίνει κάτι σαν ένα νέο Κατάρ ή Ντουμπάϊ. Η πρωταγωνίστρια είναι μια κοπέλα, μια food stylist, που ασφυκτιά στο υπερφίαλο αυτό πλαίσιο, και η ζωή της τελικά νοηματοδοτείται μέσα από τη σχέση της με μια πολύ διαφορετική κοπέλα που μπαίνει ξαφνικά στη ζωή της. Θέλησα να αποτυπώσω την τεράστια οικοδομική έξαρση στη Λεμεσό, αυτήν την ανατυσσόμενη αγορά ακινήτων που απευθύνεται κυρίως σε ολιγάρχες οι οποίοι επενδύουν για να αποκτήσουν κυπριακό διαβατήριο –γιατί βέβαια οι απλοί άνθρωποι δεν μπορούν να αγοράσουν αυτά τα ακίνητα…».



*Δεν θέλω να ξεχάσω τίποτα (Βαγγελιώ Σουμέλη)

Η Μαριαλένα μιλάει με την αδερφή της στο τηλέφωνο, καθώς ετοιμάζονται να πάνε στην κηδεία της μητέρας τους. Την Μαριαλένα ενσαρκώνει η Ρομάννα Λόμπατς η οποία παρευρέθηκε στο q&a. “H Mαρίνα (Αργυρίδου) ήταν πράγματι στην Κύπρο, και το γυρίσαμε ως live call όλο αυτό», εξηγεί. «Θέλει ένα “συμπαίκτη” όλο αυτό το οικοδόμημα. Είναι η τέταρτη ταινία της Βαγγελιώς και γυρίστηκε σε μια μέρα. Υπάρχει μια κλιμακούμενη ένταση στην ταινία, η οποία βασίστηκε σε ένα προσωπικό βίωμα της σκηνοθέτριας».


*Soul food (Νίκος Τσεμπερόπουλος)

«Με ενέπνευσε ένα μικρό διήγημα της Πέλας Σουλτάτου, που διάβασα στο Λονδίνο. Μια σχέση αναπτύσσεται μεταξύ ενός εφήβου και μιας πολύ μεγαλύτερης γυναίκας, σχεδόν άστεγης, κι αυτή η σχέση, μαζί με το στοιχείο του μπούλινγκ απέναντι της από τα νεαρά παιδιά της περιοχής, με κέντρισε. Κάναμε street casting σε γειτονιές και πλατείες, και η διαδικασία να βρούμε τον έφηβο ήρωα (σ.σ τον ενσάρκωσε τελικά ο Απόλλωνας Σαρρής, ο οποίος ήταν παρών στη συζήτηση) ήταν δύσκολη. Είχα ήδη βρει την Έλενα Τοπαλίδου και βλέπαμε παιδιά παρέα. Ταίριαξαν αμέσως με τον Απόλλωνα». Η μουσική παίζει καθοριστικό ρόλο στην ταινία –κι αυτό βοήθησε τον Απόλλωνα Σαρρή, ο οποίος ακούει πολύ Smith, να μπει στο κλίμα, αλλά και να δημιουργηθεί αυτή η οικειότητα ανάμεσά στους δύο πρωταγωνιστές. «Δεν ήθελα να είναι ερωτική η σχέση τους –αυτό θα περιόριζε τα πράγματα» εξήγησε ο Ν.Τσεμπερόπουλος, «γιατί η σχέση αυτή, στην πραγματικότητα καλύπτει το παιδί σε ο, τι του λείπει (μητέρα, φιλία)».


*Όλα τα πλάσματα της νύκτας (Μέμη Κούπα)

«Ο ροζ κούνελος της ταινίας αντιπροσωπεύει τους ανθρώπους, οι οποίοι είναι διαφορετικοί και πέφτουν θύματα μιας υποτιθέμενης κανονικότητας. Είναι αυτός ο «άλλος» που λόγω διαφορετικότητας μας απειλεί, μας φοβίζει… Ταυτόχρονα όμως είναι κι ένα σύμβολο αθωότητας και τρυφερότητας.

Η αίσθηση της άδειας πόλης υπήρξε καθοριστική για την ταινία και το λοκντάουν ήταν, υπό μια έννοια, ευλογία γιατί δεν απαιτήθηκε, σε επίπεδο παραγωγής, να κόβουμε την κίνηση για το γύρισμα και να αντιμετωπίζουμε όσα προκύπτουν για ένα τέτοιο γύρισμα στην πόλη υπό κανονικές συνθήκες. Από την άλλη οι extras  ήταν διστακτικοί να έρθουν στο γύρισμα γιατί δεν γνώριζαν αν ήταν οκ η βεβαίωση κυκλοφορίας που είχαν σε τόσο βαθύ λοκντάουν. Η βοήθεια του Athens Film Office ήταν καθοριστική. Ήταν απελευθερωτικό πάντως να γυρίζεις σε μια πόλη που κυκλοφορούν μόνο περιπολικά και ντελιβερι…».

*Αποστολή: Χεβρώνα (Rona Segal), Ισραήλ

«Πρόκειται για ένα ντοκιμαντέρ που βασίζεται σε συνεντεύξεις ανθρώπων που υπηρέτησαν στον ισραηλινό στρατό, κυρίως στην κατεχόμενη από τους Ισραηλινούς, παλαιστινιακή Χεβρώνα, αλλά και σε πλάνα καθημερινότητας και βίας, τραβηγμένα από Παλαιστίνιους –καθώς σε πολλούς απαγορεύεται να βγουν από το σπίτι τους για μεγάλα διαστήματα, με αποτέλεσμα να φιλμάρουν από το μπαλκόνι τους ώρες ολόκληρες. Είμαι ακτιβίστρια και μέλος ενός δικτύου με πρόσβαση στο υλικό αυτό. Οι πρώην στρατιώτες που μου μιλούν στην ταινία, ζουν στο Ισραήλ, όπως και εγώ, αλλά τόλμησαν να καταθέσουν την εμπειρία τους, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι θα μπουν σε μια άτυπη μαύρη λίστα στη χώρα. Εμένα με έχουν «σταμπάρει» εδώ και πολύ καιρό. Το Ισραήλ επικαλείται το επιχείρημα της άμυνας της χώρας, όμως ως προς τα κατεχόμενα τίποτε δεν έχει αλλάξει. Κάποιοι ενοχλήθηκαν με την ταινία μου χωρίς καν να την δουν. Άλλοι την είδαν με προσοχή και προβληματίστηκαν».

*Τόλης live ή (Τορόντο) (Αλέξανδρος Ρέλλος), Ελλάδα

«Μια μέρα περπατούσα στην Θεσσαλονίκη κι έπεσα πάνω σε ένα κουρείο ονόματι «Τορόντο». “Ποιο να ήταν το όνειρό αυτού του ανθρώπου;”, αναρωτήθηκα. Ο Τόλης πάλι, ήταν γείτονάς μου, τον ήξερα μια ζωή, αλλά δεν ήξερα ότι τραγουδούσε, ότι είχε βγάλει δύο δίσκους. Όταν το έμαθα αποφάσισα να συνδυάσω αυτά τα δύο πράγματα σε μια ταινία. Η ιστορία του Τόλη βέβαια είναι διαφορετική, αλλά δουλεύει κι αυτός στην λαϊκή. Πήγαινα και τον συναντούσα εκεί, μιλούσαμε πολύ, και μια μέρα του  πηγαίνω το σενάριο. Για μένα ήταν εξαρχής ξεκάθαρο πως ή αυτός θα έπαιζε τον ρόλο ή κανένας. Είναι μια πολύ προσωπική ταινία, για τα χαμένα όνειρα και πώς επιτέλους μπορούμε να τα αφήσουμε πίσω μας και να πάμε παρακάτω».

Περισσότερες πληροφορίες:

[email protected](Γραμματεία Φεστιβάλ Δράμας)

Γραφεία Δράμας: τηλ. 25210 47575

Γραφεία Αθήνας: τηλ. 210 3300309