Πρεμιέρα για τα φετινά Agora Talks του 23ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης έγινε την Κυριακή 27 Ιουνίου, με τον sales agent Γιαν Ρόφεκαμπ να δίνει πολύτιμες συμβουλές στους σκηνοθέτες ντοκιμαντέρ για τα βήματα που πρέπει να ακολουθήσουν, αλλά και για τις ενέργειες που καλό θα ήταν να αποφύγουν, όταν υποβάλλουν ένα πρότζεκτ σε υποψήφιους αγοραστές και συνεργάτες.

Ο κ. Ρόφεκαμπ απηύθυνε αρχικά θερμό χαιρετισμό στα ελληνικά, εκφράζοντας τη στεναχώρια του για το ότι δεν μπόρεσε να ταξιδέψει στη Θεσσαλονίκη για το Φεστιβάλ. Ξεκινώντας την παρουσίασή του, πραγματοποίησε μια σύντομη σύγκριση ανάμεσα στην κατάσταση που επικρατεί σήμερα και στο ξεκίνημα της σταδιοδρομίας του στον χώρο του ντοκιμαντέρ, στις αρχές της δεκαετίας του ’80: «Εκείνη την εποχή δεν είχε διαμορφωθεί το σύγχρονο τοπίο των ντοκιμαντέρ. Τα φεστιβάλ είχαν ντοκιμαντέρ στο πρόγραμμά τους, αλλά δεν υπήρχαν φεστιβάλ που να εξειδικεύονται στα ντοκιμαντέρ. Τη σημερινή εποχή, διεξάγονται περισσότερα από 150 πολύ αξιόλογα φεστιβάλ ντοκιμαντέρ στον κόσμο, ενώ τα θεματικά φεστιβάλ είναι αμέτρητα. Παράλληλα, υπάρχουν τουλάχιστον 40 sales agents που δραστηριοποιούνται στον χώρο του ντοκιμαντέρ, ενώ περισσότερα από 1.000 ντοκιμαντέρ κυκλοφορούν στην αγορά κάθε χρόνο μέσω του φεστιβαλικού κυκλώματος», ανέφερε σχετικά.

Στη συνέχεια, ο Γιαν Ρόφεκαμπ στάθηκε σε ένα κομβικό δίλημμα που καλείται να αντιμετωπίσει κάθε δημιουργός ή παραγωγός που μόλις έχει ολοκληρώσει ένα πρότζεκτ: θα επωμιστεί ο ίδιος το χρονοβόρο σκέλος της προώθησης ή θα απευθυνθεί για βοήθεια σε κάποιον sales agent ή ειδικό σύμβουλο; «Πρόκειται για μια τρομερά απαιτητική διαδικασία και θα πρέπει να έχετε κατά νου πως μπορεί να χρειαστεί να δαπανήσετε πολύ χρόνο. Όσο για τους sales agents, δεν υπάρχει κάποιος επίσημος κατάλογος με τα ονόματα όσων εξασκούν το επάγγελμα. Ορισμένοι επικεντρώνονται σε πιο ακριβές και προβεβλημένες παραγωγές, ενώ αρκετοί εστιάζουν την προσοχή τους σε πιο συμβατικά είδη ντοκιμαντέρ (με θέματα που περιστρέφονται γύρω από την ιστορία, την επιστήμη, το φυσικό περιβάλλον κτλ). Μια καλή λύση είναι να έρθετε σε επαφή με σκηνοθέτες και παραγωγούς που έχουν συνεργαστεί με κάποιον sales agent, προκειμένου να συλλέξετε πληροφορίες», δήλωσε χαρακτηριστικά.

Αμέσως μετά, ο κ. Ρόφεκαμπ εξήγησε πως κάθε ντοκιμαντέρ στοχεύει σε δύο διαφορετικές αγορές, που διαθέτουν διαφορετικό χρονικό ορίζοντα. «Η πρωτογενής αγορά, όπως την αποκαλώ, έχει σύντομη “διάρκεια ζωής” και συνδέεται με την κυκλοφορία της ταινίας σε φεστιβάλ, κινηματογραφικές αίθουσες και τηλεοπτικά δίκτυα. Στον αντίποδα, η δευτερογενής αγορά περιλαμβάνει τη μακροπρόθεσμη πορεία μιας ταινίας στο φεστιβαλικό κύκλωμα, την ψηφιακή αγορά (streaming, πλατφόρμες), καθώς και τη συμμετοχή της σε πρότζεκτ και προγράμματα εκπαιδευτικού χαρακτήρα. Είναι εξαιρετικά σημαντικό να διευκρινίσετε από την αρχή τις προθέσεις και τη στρατηγική που σκοπεύει να ακολουθήσει ο sales agent με τον οποίο σκοπεύετε να συνεργαστείτε. Επιπλέον, δεν είναι διόλου ασυνήθιστο να συνεργαστείτε με δύο διαφορετικούς sales agents, έναν που θα αναλάβει εξ ολοκλήρου την προώθηση της ταινίας στις ΗΠΑ και έναν δεύτερο που θα είναι επιφορτισμένος με τις υπόλοιπες αγορές», εξήγησε ο κ. Ρόφεκαμπ.

Σε περίπτωση που κάποιος σκηνοθέτης αποφασίσει να κινηθεί μόνος του, δίχως τη βοήθεια ενός sales agent, ποια είναι τα στοιχεία εκείνα που οφείλει να λάβει υπόψη; Ο Γιαν Ρόφεκαμπ δίνει τις απαντήσεις: «Η βασική σας προτεραιότητα δεν είναι άλλη από το να πείσετε τους αγοραστές πως η δική σας ταινία αφορά και ενδιαφέρει το κοινό τους. Η παγκόσμια αγορά των ντοκιμαντέρ μπορεί να δείχνει πελώρια, στην πραγματικότητα όμως, αν ρίξουμε μια πιο προσεκτική ματιά, θα δούμε ότι τα ντοκιμαντέρ καλλιτεχνικού προσανατολισμού και κοινωνικοπολιτικού περιεχομένου έχουν κατά βάση ζήτηση στην Ευρώπη, στη Βόρεια Αμερική, στην Αυστραλία και στην Ιαπωνία, ενώ μεγάλες αγορές όπως η Νότια Αμερική, η υπόλοιπη Ασία και η Αφρική βρίσκονται εκτός κάδρου. Η αιτία πίσω από αυτή τη συνθήκη συνδέεται με το γεγονός ότι οι συγκεκριμένες χώρες διαθέτουν ελάχιστη ή μηδαμινή παράδοση στον τομέα της δημόσιας τηλεόρασης, η οποία είναι εκείνη που τρόπον τινά “συνηθίζει” το κοινό στα ντοκιμαντέρ. Ακόμη πάντως και αν κατορθώσετε να πουλήσετε το ντοκιμαντέρ σας σε κάποια χώρα όπως η Χιλή ή η Ταϊλάνδη, το αντίτιμο θα είναι μάλλον χαμηλό», κατέληξε σχετικά.

Ακολούθως, ο Γιαν Ρόφεκαμπ έθιξε το ζήτημα της κινηματογραφικής διαδρομής των ντοκιμαντέρ, προτρέποντας τους σκηνοθέτες να εντοπίζουν σε κάθε χώρα τις εταιρείες διανομής που δείχνουν προτίμηση στα ντοκιμαντέρ. Την ίδια στιγμή, όσον αφορά τη φεστιβαλική πορεία των ντοκιμαντέρ, ο ομιλητής της εκδήλωσης ήταν σαφής: «Υπάρχουν 4-5 φεστιβάλ πρώτης γραμμής, που λειτουργούν ως ιδανικό σημείο εκκίνησης για μια ταινία. Αν δεν έχετε τη δυνατότητα να συμμετάσχετε στα συγκεκριμένα πρωτοκλασάτα φεστιβάλ, αμέσως επόμενος στόχος είναι τα 5-6 κορυφαία φεστιβάλ ντοκιμαντέρ, που μπορούν να προσφέρουν χρήσιμα και πολύτιμα διαπιστευτήρια για μια ταινία. Αν το ντοκιμαντέρ που έχετε σκηνοθετήσει κάνει πρεμιέρα στη Νιόν, στο Μόναχο, στη Βαρκελώνη ή στη Βαρσοβία, τότε κουβαλά ένα πολύ σημαντικό γαλόνι για τη μετέπειτα πορεία του. Τέλος, αν η ταινία εμπίπτει σε κάποια εμφανή θεματική κατηγορία, αναζητήστε τα αντίστοιχα φεστιβάλ ανά τον κόσμο. Για παράδειγμα, υπάρχει ένα εντυπωσιακά οργανωμένο δίκτυο από φεστιβάλ για ταινίες και ντοκιμαντέρ που σχετίζονται με τα ανθρώπινα δικαιώματα ή με θέματα οικολογικού ενδιαφέροντος», ανέφερε ο κ. Ρόφεκαμπ.

Πέρα όμως από το φεστιβαλικό κύκλωμα, την τηλεόραση και τις κινηματογραφικές αίθουσες, υπάρχει και ο αχανής ψηφιακός κόσμος του online streaming. Ο Γιαν Ρόφεκαμπ κρούει τον κώδωνα του κινδύνου: «Έχω την αίσθηση πως οι δημιουργοί οφείλουν να έχουν τα μάτια τους δεκατέσσερα. Υπάρχουν αμέτρητες πλατφόρμες εκεί έξω, που δεν έχουν καμία σχέση με τους κολοσσούς τύπου Netflix και Amazon. Κατά τη γνώμη μου, το μεγαλύτερο πρόβλημα έγκειται στο ότι οι πλατφόρμες αυτές δεν θα μπουν στον κόπο να προωθήσουν μια ταινία όπως πρέπει. Επιστρέφοντας προσωρινά την κουβέντα στους sales agents, είναι πάντοτε καλή ιδέα να τους ρωτήσετε εξαρχής για την προσέγγισή τους όσον αφορά το ψηφιακό-online σκέλος. Θα βγάλετε πολλά χρήσιμα συμπεράσματα για την ποιότητα και τη σοβαρότητα της δουλειάς τους. Το ζητούμενο είναι πάντως να προσεγγίσετε τις διαδικτυακές κοινότητες που θα μπορούσαν δυνητικά να ενδιαφερθούν για το θεματικό περιεχόμενο της ταινίας σας».

Στο επόμενο κομμάτι της τοποθέτησής του, ο κ. Ρόφεκαμπ επικεντρώθηκε στις απλές ενέργειες που πρέπει να γίνουν από την πλευρά ενός δημιουργού προκειμένου να προσελκύσει το ενδιαφέρον κάποιου υποψήφιου αγοραστή. «Τα τρία βασικά στοιχεία είναι το logline, που θα δίνει μια πρώτη γεύση από την ταινία, μια μικρή σύνοψη και το συνοδευτικό τρέιλερ. Ακόμη και αν το θέμα σας αφορά μια ιστορία τοπικού ενδιαφέροντος, πρέπει να βρείτε τον τρόπο να του δώσετε ευρύτερες διαστάσεις. Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να σταθώ λίγο περισσότερο στο τρέιλερ, για το οποίο προτιμώ τη λέξη “ντέμο”, καθώς είναι απαραίτητο να δίνει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες. Το τρέιλερ για έναν αγοραστή ή για έναν χρηματοδότη οφείλει να διαφέρει από το τρέιλερ που προορίζεται για το φεστιβαλικό κύκλωμα ή μια εταιρεία διανομής. Στη μία περίπτωση, αυτό που μετράει είναι η σαφήνεια της πληροφορίας. Στην άλλη περίπτωση, ο σκοπός είναι να γοητεύσεις το κοινό και να του εξάψεις την περιέργεια», διευκρίνισε σχετικά.

 

Όπως ήταν αναμενόμενο, από την κουβέντα δεν θα μπορούσε να λείψει και μια ειδική αναφορά στο Netflix, με τον Γιαν Ρόφεκαμπ να υπογραμμίζει τρία σημεία. «Πρώτον, το Netflix αποκάλυψε πριν λίγο καιρό διαθέτει εκπροσώπους σε διάφορες χώρες, οι οποίοι συντάσσουν τακτικές αναφορές σκιαγραφώντας το (εκάστοτε) εγχώριο τοπίο. Πρόκειται για μια ιδιαίτερα σημαντική εξέλιξη, καθότι καθιστά πιο εύκολο για κάθε σκηνοθέτη να έρθει σε επαφή με το Netflix, ακόμη και αν οι κατά τόπους εκπρόσωποι δεν έχουν την αρμοδιότητα να παίρνουν αποφάσεις. Δεύτερον, δεν πρέπει να λησμονούμε ποτέ ότι το Netflix προτιμά πλέον να έχει την πλήρη ιδιοκτησία των ταινιών παρά να τις αγοράζει. Τρίτον, οι υπεύθυνοι του Netflix δεν χάνουν ευκαιρία να υπενθυμίζουν πως η εταιρεία τους ανήκει στη βιομηχανία της ψυχαγωγίας. Επομένως, δεν υπάρχει περίπτωση να ενδιαφερθεί το Netflix για ένα ντοκιμαντέρ, αν δεν πληροί αυτή τη βασική προϋπόθεση».

Κλείνοντας, ο κ. Ρόφεκαμπ μίλησε για τον τρόπο με τον οποίο επηρέασε η πανδημία τα κινηματογραφικά φεστιβάλ, τονίζοντας πως η μετακόμιση των φεστιβάλ από τις αίθουσες στη διαδικασία της online θέασης πυροδότησε μια απρόσμενη θετική συνέπεια. «Όσο κι αν είναι λυπηρό για έναν σκηνοθέτη να μην έρχεται σε επαφή με το κοινό της ταινίας του, αυτό δεν αναιρεί πως σε ένα παραδοσιακό φεστιβάλ μια ταινία προβάλλεται δύο ή τρεις φορές στα σινεμά μιας συγκεκριμένης πόλης. Από τότε που τα φεστιβάλ διεξάγονται online, οι ταινίες δεν υπόκεινται σε γεωγραφικούς περιορισμούς και είναι διαθέσιμες για πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Με αυτό τον τρόπο, το φεστιβαλικό κοινό τους αυξάνεται ραγδαία».