Του Μιχάλη Γκατζόγια

Εισαγωγή και λίγα λόγια για την πλοκή

Η μικρού μήκους ταινία με τον τίτλο “Βούτα” σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Ζάχου, γυρίστηκε τον Ιούνιο του 2019. Ξεκινήσαμε να συζητάμε για την ταινία με τον σκηνοθέτη, τον Φλεβάρη του 2019. Το σενάριο της ταινίας έγραψε ο Γιώργος Τελτζίδης. Η ταινία έχει ως ήρωα τον Χρήστο, έναν έφηβο από την υποβαθμισμένη πλευρά της πόλης. Ο Χρήστος δουλεύει σε ένα αρτοποιείο και στον ελεύθερο χρόνο του θαυμάζει τις “βούτες”, ένα είδος περιστεριών τα οποία πετούν πολύ ψηλά και στη συνέχεια εκτελούν μια θεαματική βουτιά με μεγάλη ταχύτητα σταματώντας λίγα μέτρα πριν το έδαφος. Συναντάμε τον ήρωα την ημέρα που ο πατέρας του αποφυλακίζεται και έρχεται να του ανατρέψει για μια ακόμη φορά την ισορροπία.

Trailer

Ρεπεράζ

Το σενάριο της ταινίας γράφτηκε από τον Γιώργο Τελτζίδη,  έχοντας κατά νου, τις υποβαθμισμένες και ταυτόχρονα κινηματογραφικά φωτογενείς δυτικές συνοικίες της Θεσσαλονίκης, (Νικόπολη, Σταυρούπολη, Ηλιούπολη κτλ.). Στην πορεία, όταν αποφασίστηκε να γυριστεί η ταινία στην Αθήνα για διάφορους κυρίως παραγωγικούς λόγους, ξεκινήσαμε το ρεπεράζ στις αντίστοιχες  με της Θεσσαλονίκης “δυτικές συνοικίες” της Αθήνας για να βρούμε το τοπίο που θα φιλοξενούσε την ιστορία μας. Είδαμε διάφορες περιοχές της δυτικής Αθήνας αλλά καταλήξαμε στη ζώνη μεταξύ του Αιγάλεω, του Άγιου Ιωάννη Ρέντη και της  Κοκκινιάς. Οι βασικοί λόγοι για αυτή τη επιλογή ήταν η ύπαρξη “περιστεράδων” σε αυτές τις περιοχές, η χαμηλή δόμηση, η μικτή οικιστική και βιομηχανική χρήση της περιοχής που της έδινε μια κινηματογραφική φωτογένεια.  Οι περιοχές αυτές, έδωσαν το φόντο της ιστορίας μας, με βιομηχανικές αποθήκες, “παρατημένες” πολυκατοικίες, χαμόσπιτα, χαμηλή δόμηση, και μεγάλους δρόμους για βόλτες με το μηχανάκι και σούζες. Το σενάριο της ταινίας είχε αρκετές σκηνές σε δρόμους της πόλης και έτσι δόθηκε ιδιαίτερη βαρύτητα στο να βρεθούν όλα τα locations της ταινίας με τρόπο που να εξυπηρετούν τις “παραγωγικές” ανάγκες της κάθε σκηνής, τα logistics των μετακινήσεων στο γύρισμα και φυσικά τη δημιουργία ενός συνεπούς περιβάλλοντος για την ταινία. Αυτή η διαδικασία είχε μεγάλη διάρκεια που βοήθησε και στο “δέσιμο” της ομάδας. Οι βασικοί εσωτερικοί χώροι της ταινίας ήταν το σπίτι του Χρήστου, το εργαστήρι ζαχαροπλαστικής όπου εργάζεται, ο περιστερώνας όπου συχνάζει, και η κουζίνα του “κολλητού” του.

Κινηματογραφικές Αναφορές

Για να εμπνευστούμε για την κινηματογράφηση της ταινίας, επιλέξαμε τις παρακάτω μεγάλου μήκους ταινίες:

Η ταινία “We the animals” σε σκηνοθεσία του Jeremiah Zagar και διευθυνση φωτογραφίας του Zak Mulligan μας εντυπωσίασε με την συναισθηματική εγγύτητα της κάμερας στους ήρωες. Μας άρεσε η χρήση της contre plongée γωνίας λήψης και η συχνή μίξη ζεστών φωτιστικών πηγών μέσα στο κάδρο (practicals) σε συνδυασμό με το ψυχρό φως που έρχεται απ’ έξω. Η μηχανή στο χέρι ακολουθεί τους ήρωες σε ένα σκοτεινό σύμπαν και η επιλογή του “grainy” super 16mm δίνει μια ματιέρα στην εικόνα που αφενός αναδυκνύει την υποκειμενική ματιά των παιδιών και αφετέρου έρχεται σε διάλογο με την “βρώμικη” ματιέρα των ονειρικών animation σεκανς που θυμίζουν παιδική ζωγραφιά με κηρομπογιές από το τετράδιο-ημερολόγιο του εννιάχρονου ήρωα. Αρχικά σκεφτήκαμε την κινηματογράφηση της “Βουτας” με φιλμ super 16mm,  ωστόσο, το απορρίψαμε για λόγους οικονομικούς, δεδομένου οτι είχαμε να κινηματογραφήσουμε περιστέρια, έφηβους να κάνουν σούζες και 7 γεμάτες ημέρες γυρίσματος.

“We the animals” directed by Jeremiah Zagar
“We the animals” directed by Jeremiah Zagar
“We the animals” directed by Jeremiah Zagar
“We the animals” directed by Jeremiah Zagar
“We the animals” directed by Jeremiah Zagar
“We the animals” directed by Jeremiah Zagar
“We the animals” directed by Jeremiah Zagar
“We the animals” directed by Jeremiah Zagar

Μια ακόμη ταινία που μας επηρρέασε ήταν το “An Elephant Standing Still” σε σκηνοθεσία του Hu Bo και διευθυνση φωτογραφίας του Fan Chao. Η σκοτεινή ατμόσφαιρα, η αποκλειστική χρήση φυσικού φωτισμού, η εγγύτητα της κάμερας στους βασικούς ήρωες και η αποκλειστική κάλυψη με μονοπλάνα λειτούργησε εξαιρετικά στην ταινία και έφτιαξε ένα ιδιαίτερο σύμπαν.

“An Elephant standing still” by Hu Bo
“An Elephant standing still” by Hu Bo
“An Elephant standing still” by Hu Bo
“An Elephant standing still” by Hu Bo
“An Elephant standing still” by Hu Bo
“An Elephant standing still” by Hu Bo

Μια ακόμη αναφορά ήταν η ταινία Capernaum σε σκηνοθεσία της Nadine Labaki και διεύθυνση φωτογραφίας του Christopher Aoun. Την επιλέξαμε κυρίως για την χρωματική παλέτα, την εξαιρετική “κάμερα στο χέρι” που κατεβαίνει στο ύψος του παδιού-ήρωα και πλησιάζει στο πρόσωπα καταφέρνοντας να πλησιάσει στα βάθη της παιδικής ψυχής.

“Capernaum” still

“Capernaum” still
“Capernaum” still
“Capernaum” still
“Capernaum” still

Τέλος, βασική αναφορά ήταν το “Chungking Express” σε σκηνοθεσία του Wong Kar Wai και διεύθυνση φωτογραφίας του Christopher Doyle. Το επιλέξαμε για την εξαιρετική ιδέα της εναρκτήριας σεκάνς στην οποία χρησιμοποιήθηκε η τεχνική του step printing. To “εφέ” πραγματοποιείται σε δύο στάδια, αρχικά στην κινηματογράφηση η κάμερα ρυθμίζεται για λήψη με ταχύτητα 6,8 ή 12  καρέ ανά δευτερόλεπτο και στη συνέχεια στο μοντάζ το κάθε καρέ επαναλαμβάνεται άλλες 4, 3 ή 2 φορές αντίστοιχα ώστε να έχουμε την ρεαλιστική αίσθηση του χρόνου και όχι μια γρήγορη κίνηση όπως θα προέκυπτε αν προβάλαμε το υλικό που τραβήχτηκε στα 6 καρέ με ταχύτητα προβολής 24 καρέ όπως συνηθίζεται. Αυτή η “τσαχπινιά” δίνει μια σπασμωδική κίνηση σε ότι κινείται μέσα στο κάδρο και η αίσθηση αυτή γίνεται εντονότερη όταν η κάμερα είναι στο χέρι. Το βασικότερο όμως πλεονέκτημα αυτής της επιλογής είναι ο χρόνος έκθεσης του κάθε καρέ. Στην ταχύτητα λήψης με 24 καρέ ανά δευτερόλεπτο μπορούμε να εκθέσουμε το κάθε καρέ για περίπου 1/50 sec το οποίο δημιουργεί ένα συγκεκριμένο motion blur που θυμίζει το μετείκασμα του ματιού και έχουμε μάθει να το θεωρούμε ως το κλασικό κινηματογραφικό motion blur,  στην ταχύτητα λήψης 6 καρέ/δευτέρόλπετο μπορούμε να πετύχουμε χρόνο έκθεσης του κάθε καρέ, ίσο με 1/12 second. Αυτό δίνει περισσότερο “φως” στις εικόνες που έχει ενδιαφέρον στις νυχτερινές συνθήκες αλλά ταυτόχρονα αφήνει ένα πολύ έντονο motion blur αφήνοντας φωτεινές ουρές (trails) στα φωτεινά σημεία του κάδρου. Σαν αποτέλεσμα, η αίσθηση είναι λιγάκι ονειρική αλλά ταυτόχρονα ανοίκεια λόγω τις σπασμωδικής κίνησης που προκύπτει από την επανάληψη των καρέ.

Στη βούτα σκεφτήκαμε να χρησιμοποιήσουμε την συγκεκριμένη τεχνική στα σημεία όπου ο ήρωας βρίσκεται στην κατώτατη θέση στο συναισθηματικό του τόξο. Είναι η στιγμή που όλα πάνε στραβά, και ο ήρωας βγαίνει στους δρόμους, μέσα στη νύχτα να ψάξει τα χαμένα καναρίνια του. Η νυχτερινή του περιπλάνηση με ένα φακό στο χέρι, θα βοηθούσε στο να γίνει πιο έντονο το εφέ.  Η κάμερα είναι “στο χέρι” οπότε τονίζεται περισσότερο η αίσθηση που αφήνει η κίνηση.  Για να φτιάξει ένα στυλιστικό μοτίβο, αυτή η τεχνική έπρεπε να χρησιμοποιηθεί πάνω από μια φορές. Έτσι επιλέξαμε κάποια πλάνα από την εναρκτήρια σεκάνς με πλάνα πόλης (η οποία κόπηκε στο τελικό κατ) και μερικά πλάνα των περιστεριών μαζί με τον Χρήστο σε μια απογευματινή επίσης δραματική σκηνή στις οποίες εφαρμόσαμε την εν λόγω τεχνική.

Εδώ είναι η δοκιμή που κάναμε με τη χρήση μιας DSLR για να έχουμε μια άισθηση του “πως γράφει” η κίνηση των πουλιών

και εδώ ένα μικρό απόσπασμά από το πως υλοποιήθηκε το εφέ στην ταινία.

Εξοπλισμός

Επιλέξαμε την ARRI ALEXA plus και το σετ φακών Cooke mini S4i. Επιπρόσθετα, για τις συνθήκες με “μηχανή στο χέρι” που ήταν η πλειοψηφία της ταινίας, επιλέχθηκε το σύστημα στήριξης EASYRIG VARIO 5 με το SERENE ARM. Στους φακούς επιλέξαμε τη χρήση των uncoated front elements ώστε να πάρουμε το μέγιστο δυνατό flare που μπορούσαν να δώσουν οι φακοί και να βγάλουμε μια πιο vintage εικόνα. Σε κάποια σημεία το flare ήταν έντονο και μάλλον όχι κολακευτικό για την εικόνα, αλλά αυτό θεωρούμε οτι έδωσε ένα χαρακτήρα στις νυχτερινές σκηνές. Η επιλογή της μηχανής έγινε με βάση τις οικονομικές δυνατότητες που είχαμε στο μπάτζετ. Θέλαμε κάποια ALEXA, κατά προτίμηση mini. Η mini θα μας έδινε λόγω του χαμηλού βάρους, την λιγότερη δυνατή κόπωση δεδομένου οτι όλη η ταινία ήταν με κάμερα στο χέρι. Τελικά μπορέσαμε να έχουμε την οικονομικότερη ALEXA Plus που ήταν πιο βαριά αλλά σε ποιότητα εικόνας ήταν ίδια. Το παραδοτέο μας ήταν 2Κ οπότε δεν είχαμε ανάγκη για κάποια μεγαλύτερη ανάλυση.

Συνεργείο camera and light department

Στο φωτογραφικό τμήμα είχαμε την τιμή να συνεργαστούμε στην κάμερα με την Ελένη Λόλα ως πρώτη βοηθό κάμερας , και τη Νεφέλη Ντακοζούδη ως δεύτερη βοηθό κάμερας – DIT . Στα φώτα ήταν ο Δημήτρης Μανουσιάκης. Εξαιρετικό συνεργείο, με κινηματογραφικές καταβολές.

“Βούτα” happy crew in a hot Van
Βούτα happy crew Δημήτρης και Νεφέλη
“Βούτα” happy crew Δημήτρης και Νεφέλη

 

Συνεργασία με τον σκηνοθέτη και χρωματική παλέτα

Προσπαθήσαμε από την αρχή να φτιάξουμε ένα φωτογραφικό στόρυμπορντ της ταινίας καλύπτοντας σχεδόν το σύνολο της ταινίας με τα επιθυμητά κάδρα ώστε να δούμε πως “κάθονται” μονταζιακά αν τα βάλουμε στη σειρά. Το φωτογραφικό αυτό storyboard, μας βοήθησε στο να επιλέξουμε τις κατάλληλες γωνίες από νωρίς και να επικοινωνήσουμε καλύτερα με το σκηνογραφικό-ενδυματολογικό στην βασική ερώτηση “τι θα φαίνεται και πως;”.

Για την χρωματική παλέτα συζητήσαμε με την art-director Δανάη Ελευσινιώτη μια προσέγγιση με βάση την κάθε σκηνή χωριστά και το τι θα μπορούσε να εφαρμοστεί στα κοστουμια και στους χώρους, σε κάποιες σκηνές με μια μονοχρωματική προσέγγιση και σε κάποιες άλλες με αντιθετικά χρώματα όπου θέλαμε να “ξεφοντάρουμε” τον ήρωα. Πάνω στην παλέτα επιλέχτηκαν και οι αντίστοιχες χρωματικές προσεγγίσεις του φωτισμού. Ενδεικτικά, στο εργαστήριο που είχε πολλά λευκά πλακάκια και σομόν στους τοίχους, επιλέξαμε να φωτίσουμε με τη χρήση plus green ζελατίνων από την πλευρά των παραθύρων.  Στα νυχτερινά του δρόμου, όπου χρειαστηκε να συμπληρώσουμε χρησιμοποιήσαμε “Sodium Vapor” ζελατίνες για να προσομοιώσουμε τα φώτα του δρόμου. Στο εσωτερικό του σπιτιού χρησιμοποιήσαμε ζεστά φώτα σε όλους τους χώρους εκτός από το δωμάτιο του ήρωα το οποίο είχε μια ψυχρή μπλε προσέγγιση που έμοιαζε με τον περιστερώνα στον οποίο πηγαίνει και ηρεμεί και φυσικά με τον ουρανό που τόσο του αρέσει να κοιτάζει. Όλες οι προσεγγίσεις στο χρώμα του φωτισμού είχαν ένα ρεαλιστικό χαρακτήρα καθώς θέλαμε κάθε φωτιστική πηγή να δικαιολογείται ως μια πραγματική συνθήκη και όχι ως κάτι ωραιοποιημένο.

Φωτιστικός σχεδιασμός στο εργαστήριο

Σχετικά με τον φωτιστικό σχεδιασμό, ενδεικτικά, θα αναφέρουμε τη σκηνή του εργαστηρίου ζαχαροπλαστικής και το πως την προσεγγίσαμε. Το εργαστήριο ήταν  ένας μεγάλος χώρος με άσπρα πλακάκια, ψηλό ταβάνι και ψηλά παράθυρα πάνω από τα 3 μέτρα με προσανατολισμό προς το βορρά. Το ύψος του ταβανιού ήταν πολύ μεγάλο, οπότε δεν μπορούσαμε να κρεμάσουμε εύκολα κάποιο φωτιστικό σώμα. Έτσι επιλέξαμε να χρησιμοποιήσουμε ως κύρια πηγή φωτισμού τα παράθυρα που είχαν τον ιδανικό προσανατολισμό δεδομένου οτι δεν έμπαινε ποτέ άμεσο φυσικό φως.  Για να συμπληρώσουμε το φυσικό φως που ερχόταν από τα παράθυρα χρησιμοποιήσαμε 2 HMI να κεντράρουν τα κύρια σημεία δράσης. Συσκοτίσαμε τα ακριανά παράθυρα ώστε να μην πέφτει φως στους τοίχους παρά μόνο στο κέντρο του χώρου όπου συμβαίνει η δράση. Έτσι η δράση μπορούσε να “ξεφοντάρει” από το φόντο. Επιπρόσθετα, βάλαμε και plus green ζελατίνες στα φώτα, ώστε να δώσουμε μια λίγο πιο πράσινη απόχρωση στα πλακάκια, να εξουδετέρωσουμε το σομόν στους τοίχους και να κάνουμε τα πρόσωπα λιγότερο ζωντανά και υγιή. Πρόκειται για ένα εργαστήριο ζαχαροπλαστικής στο οποίο ο ήρωας δεν “καλοπερνά”. Επιλέξαμε το μπλόκινγ και τη θέση της κάμερας να λειτουργούν με τέτοιο τρόπο ώστε να έρχεται το φως από την μια μόνο κατεύθυνση και από την αντίθετη χρησιμοποιήσαμε negative fill με μαύρα φελιζόλ ώστε να αυξήσουμε το κοντράστ.

“Βούτα” Still image από την σκηνή στο εργαστήριο
Βούτα Lighting Diagram
Βούτα Lighting Diagram
Βούτα - Φωτίζοντας από έξω
Βούτα – Φωτίζοντας από έξω

Φωτιστικός Σχεδιασμός στο σπίτι του Χρήστου

Στο σπίτι του Χρήστου, η προσέγγιση που ακολουθήσαμε ήταν να δείξουμε ένα όσο το δυνατόν πιο σκοτεινό και απεριποίητο σπίτι με θερμούς τόνους στα κοινόχρηστα δωμάτια (σαλόνι-τραπεζαρία-χωλ) και να διαφοροποιηθούμε μόνο στο δωμάτιο του Χρήστου. Στη νυχτερινή συνθήκη όπου επιστρέφει αργοπορημένα για να συναντήσει τον πατέρα του μόλις αποφυλακίσθηκε, ο φωτισμός είναι ένα κλασικό “καπέλo” .

“Βούτα” πρόβα στον χώρο του γυρίσματος
“Βούτα” still από τη σκηνή με τη συνάντηση με τον πατέρα
“Βούτα” στιγμή από την πρόβα στο χώρο του σπιτιού
“Βούτα” still
“Βόυτα” lighting diagram of HOME scene

Ολη αυτή η προεργασία με φωτογραφίες, κατόψεις και storyboard έδωσε από νωρίς απαντήσεις και στα υπόλοιπα τμήματα στο πού μπορούν να στήσουν τα μόνιτορ, την καντίνα, το μακιγιάζ και γενικά να υπάρχει η καλύτερη δυνατή οργάνωστη του γυρίσματος χωρίς πολλές μετακινήσεις.

Επίσης, στην προετοιμασία, προσπαθήσαμε να βιντεοσκοπούμε σχεδον κάθε πρόβα που έγινε με τους ηθοποιούς ώστε να θυμόμαστε τυχαίους αυτοσχεδιασμούς που μπορεί να άρεσαν, να μελετάμε καλύτερα πώς γράφουν οι κινήσεις και να παρατηρούμε την κινησιολογική προσεγγιση του κάθε χαρακτήρα με ποιο μέγεθος κάδρου θα ήταν ιδεατό να κινηματογραφηθεί. Έτσι, όταν φτάσαμε στο γύρισμα ξέραμε ήδη το μπλοκινγ της κάθε σκηνής και τη θέση της μηχανής και δίναμε χρόνο στους ηθοποιούς να εξασκηθούν αλλά και να ελέγχουμε μικρές διορθώσεις στο φωτισμό ή στην πρόβα της κίνησης της κάμερας.

Υπήρχαν σκηνές όπου έπρεπε να χρησιμοποιηθούν περιστέρια. Εκεί, επιλέξαμε ένα ντεκουπάζ που να επιτρέπει την κάλυψη της σκηνής με τις λιγότερες δυνατές επαναλήψεις και την ελάχιστη ενόχληση των πουλιών.

Color Grading

Η χρωματική διόρθωση έγινε από τον εξαιρετικό κολορίστα Μάνθο Σάρδη. Αφού “ματσάραμε” τις σκηνές σε επίπεδο έκθεσης και κοντράστ, περάσαμε στις χρωματικές διορθώσεις. Τονίστηκαν οι ψυχροί τόνοι στο σπίτι και ανέβηκαν σε κορεσμό οι τόνοι του δέρματος. Στο τελος προσθέσαμε σκαναρισμένο κόκκο φιλμ ώστε να δώσουμε μια ομοιογένεια στο υλικό. Σε γενικές γραμμές κρατήθηκε η κατεύθυνση που δόθηκε από το γύρισμα και όπου χρειάστηκε βάλαμε μερικές πινελιές για να φωτίσουμε κάποιες περιοχές στο κάδρο ή να σκοτεινιάσουμε κάποιες άλλες.

Φεστιβάλ

Η Βούτα ολοκληρωσε το post production της μέσα στην καραντίνα και αυτό ίσως να δυσχεραίνει την πορεία της στα φεστιβάλ. Η ταινία συμμετείχε στο 43o Διεθνές Φεστιβάλ Ταινιών μικρού μήκους της Δράμας όπου και απέσπασε το ειδικό βραβείο της επιτροπής, βραβείο σεναρίου και βραβείο σκηνικών. Επίσης συμμετέχει στο 30ο FilmFestival Cottbus (Festival of East European Cinema – Short Film Competition), στο 42ο Cinemed (International Mediterranean Film Festival of Montpellier, France – Short Film Panorama) και ευελπιστούμε να ταξιδέψει ακόμη περισσότερο.

Credits

Προφανώς η ταινίες είναι συλλογικά εγχειρήματα και όλη αυτή η φωτογραφική εργασία που κάναμε δε θα ήταν δυνατή χωρίς τη συμβολή όλων των υπόλοιπων ανθρώπων που δούλεψαν σκληρά για να γίνει πραγματικότητα η Βούτα. Τους ευχαριστώ για τη συνεργασία.

Ηθοποιοί: Χρήστος Χαλίλογλου, Μίλτος Σωτηρακόπουλος, Τσιμάρας Τζανάτος, Παντελής Δεντάκης, Νίκος Ντάλλας, Παύλος Ιορδανόπουλος, Χρήστος Σαπουντζής, Γιώργος Ζυγούρης, Θανάσης Ντάλας, Λευτέρης Παπακώστας | Σκηνοθεσία: Δημήτρης Ζάχος | Σενάριο: Γιώργος Τελτζίδης | Διεύθυνση Φωτογραφίας: Μιχάλης Γκατζόγιας | Καλλιτεχνική Διεύθυνση: Δανάη Ελευσινιώτη | Μοντάζ: Ιωάννα Σπηλιοπούλου | Ηχητικός σχεδιασμός, ηχοληψία: Χρήστος Σακελλαρίου | Μουσική: Νίκος Βελιώτης | Makeup artist: Σίσσυ Πετροπούλου | Διεύθυνση Παραγωγής: Αρης Κοτρώνης Βέττας | Α’ Βοηθός σκηνοθέτη: Γαλαξίας Σπανός | Σκριπτ: Ελενα Παπασταύρου | Α’ βοηθός φωτογραφίας: Ελένη Λώλα | Β’ βοηθός φωτογραφίας, DIT: Νεφέλη Ντακοζούδη | Gaffer: Δημήτρης Μανουσιάκης | Β’ βοηθός σκηνοθέτη: Δημήτρης Αμπατζής | Βοηθός σκηνογράφου–ενδυματολόγου: Ματίνα Μαυραγάννη | Β’ βοηθός σκηνογράφου–ενδυματολόγου: Λαμπρίνα Βλαχογιάννη | Βοηθός μοντέρ: Βαγγέλης Κατσαρός | Βοηθός ηχολήπτη: Παναγιώτης Κυριάκου | Βοηθοί παραγωγής: Αποστόλης Παντούλας, Ελένη Λαζαρίδη | Color grading: Μάνθος Σάρδης | Παραγωγός: Μαρία Καραγιαννάκη | Παραγωγή: Long Shot Films, ΕΡΤ

Απολογισμός. Τι λειτούργησε και τι όχι.

Σε γενικές γραμμές, η προεργασία ήταν πολλαπλάσια από αυτή που θα δικαιολογούσε η αμοιβή μιας μικρού μήκους ταινία. Ωστόσο, η αμοιβή δεν είναι το βασικό κίνητρο ή κριτήριο για να αφιερώσεις χρόνο στην προεργασία μιας ταινίας. Κάθε λεπτό που δόθηκε στην προεργασία κερδήθηκε στο γύρισμα σε ποιότητα δουλειάς. Βοήθησε αρκετά η προετοιμασία ώστε να γίνουν οι αναλυτικές κατόψεις κίνησης κάμερας και οι φωτιστικοί σχεδιασμοί. Μια αρκετά δύσκολη σκηνή ήταν αυτή της σούζας. Από το σενάριο, θεωρήσαμε οτι ήταν σημαντική για να δείξει την καθημερινότητα και την “καγκουριά” του νεαρού της ηλικίας των ηρώων. Προβληματιστήκαμε αρκετά στο πως θα οπτικοποιηθεί και με τα πολλά καταλήξαμε στην επιλογή ενός POV (Point of View) πλάνου που να δείχνει τη σηκωμένη μπροστινή ρόδα. Επιλέξαμε μια action cam για να το υλοποιήσουμε. Εκ των υστέρων, θεωρώ οτι ήταν λάθος επιλογή. “Τι σκατά σκεφτόμουν τότε;”. Πέρα από το καθαρά τεχνικό γεγονός οτι η ποιότητα της εικόνας δεν ματσάρει με τα υπόλοιπα πλάνα (ηψηλό κοντράστ, χαμηλό δυναμικό εύρος, κλιπαρισμένα highlights που δεν σώζονται στο color, τεράστιο βάθος πεδίου, και βαρελοειδής παραμόρφωση), τίθεται το ζήτημα της πρώτης και τελευταίας φοράς στην οποία χρησιμοποιείται POV. Αν δεν έχεις φτιάξει μια αφηγηματικη γλώσσα που να το στηρίζει αυτό σαν επιλογή τότε μοιάζει ξεκάρφωτο. Ωστόσο, μας προβλημάτισε ευχάριστα, ακόμα και με αυτές τις αστοχίες, γιατί προσθέτει στην ταινία μια κλεφτή ματιά στην “αλητεία” των ηρώων. Θα μπορούσε να υλοποιηθεί με μια καλύτερη μικρή mirrorless κάμερα δεμένη στο στήθος του stuntman που έκανε τη σούζα ώστε να γλιτώναμε τουλάχιστον την οπτική απόκλιση του πλάνου.

Ομοίως, προβληματική κρίθηκε από κάποιους η επιλογή του step printing εφέ το οποίο κατέληξε να χρησιμοποιείται μόλις μία φορά αντί να ενσωματωθεί πιο οργανικά σε περισσότερα σημεία όπως είχε αρχικά σχεδιαστεί. Ένα “εφέ”,  καλό είναι να εντάσσεται οργανικά στην κινηματογραφική γλώσσα μιας ταινίας.

Επίλογος

Η Βούτα ήταν μια παραγωγή με χρηματοδότηση από την ΕΡΤ μέσα από το πρόγραμμα μικροΦΙΛΜ. Προφανώς η χρηματοδότηση πάντα μοιάζει λίγη σε σχέση με τις αναγκες μιας μικρού μήκους ταινίας. Τα γυρίσματα κράτησαν 7 ημέρες που είναι μάλλον πολλές. Ωστόσο αυτό μας βοήθησε στο να δώσουμε την κατάλληλη έμφαση σε όλες τις σκηνές τις ταινίας και να διασφαλίσουμε ένα ποιοτικό αποτέλεσμα. Πολλά από τα μέλη της ομάδας είχαν ξαναδουλέψει μαζί, κάποια άλλα μοιράζονται ένα κοινό υπόβαθρο μέσα από το τμήμα Κινηματογράφου του Α.Π.Θ. Αυτό έφτιαξε ένα πολύ ευχάριστο κλίμα, και νομίζω οτι αυτό που λένε ως αστείο “περνάμε καλά και αυτό βγαίνει προς τα έξω”, ήταν η ανταπόδοση στο κουραστικό γύρισμα. Όπως λέει και ένας φίλος, στις μικρού μήκους καλύπτεις την έλλειψη χρημάτων με το να δίνεις παραπάνω χρόνο. Θα μπορούσε αυτή η ταινία να γίνει καλύτερη αν είχαμε περισσότερα χρήματα; Σίγουρα. Παραπάνω χρήματα, θα μπορούσε να σημαίνει καλύτερο και ίσως ελαφρύτερο εξοπλισμό, περισσότερο crew (ιδανικά θα χρειαζόταν ένας βοηθός ηλεκτρολόγου στο φωτογραφικό τμήμα), καλύτερα location και διαθεσιμότητα. Όλα αυτά δεν είναι απλά “ανέσεις” αλλά βασικά εργαλεία ώστε τα δημιουργικά τμήματα να έχουν το χρόνο και το καθαρό μυαλό στο γύρισμα να πάρουν τις σωστές αποφάσεις.

Προφανώς, θα συνεχίσουμε να κάνουμε σινεμά με τα “ελάχιστα”, αλλά ταυτόχρονα θα συνεχίσουμε να διεκδικούμε την στήριξη του ελληνικού σινεμά στο επίπεδο της παραγωγής αλλά και της διανομής.

Μπορείτε να μαθαίνετε νέα για την ταινία και την φεστιβάλική της πορεία από τη σελίδα της στο Facebook.

Μιχάλης Γκατζόγιας – www.mihalisgkatzogias.gr

Ο Μιχάλης Γκατζόγιας είναι διευθυντής φωτογραφίας με έδρα την Αθήνα. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Λάρισα. Είναι απόφοιτος του Τμήματος Κινηματογράφου, της Σχολής Καλών Τεχνών του Α.Π.Θ. Έχει επίσης, σπουδάσει Πληροφορική, και με αυτό το υπόβαθρο, επιδιώκει την εξερεύνηση της κινηματογραφικής εικόνας τόσο με όρους καλλιτεχνικής δημιουργίας όσο και τεχνικά, σαν ένα ψηφιακό σήμα που παράγεται από χειροπιαστά εργαλεία. Έχει δημιουργήσει ως φωτογράφος ταινίες μικρού μήκους, μία μεγάλου μήκους, διαφημιστικά, ντοκιμαντέρ και τηλεοπτικές εκπομπές. Μέσα από το blog του, προσπαθεί να μοιραστεί γνώσεις και εμπειρίες συζητώντας με τους ανθρώπους πίσω από το ελληνικό σινεμά.

“Βούτα” κλακέτα